Πέμπτη 19 Μαΐου 2016

Καινοτόμος μέθοδος της Sequenom για τον υπολογισμό του ποσοστού του εμβρυικού DNA στην κυκλοφορία του αίματος της εγκυμονούσας!







Καινοτόμος μέθοδος της Sequenom για τον υπολογισμό του ποσοστού του εμβρυϊκού DNA στην κυκλοφορία του αίματος της εγκυμονούσας! 

Το ελεύθερο εμβρυϊκό DNA προέρχεται κυρίως από κύτταρα του πλακούντα που «πεθαίνουν» και απελευθερώνουν το γενετικό υλικό στην κυκλοφορία του αίματος της εγκύου. Στην 10η εβδομάδα της κύησης θεωρείται ότι οι περισσότερες εγκυμονούσες έχουν περίπου 10% ελεύθερο εμβρυικό DNA στο αίμα τους, το οποίο αυξάνεται όσο η κύηση προχωρά.

Οι μοριακές μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για την ανίχνευση του εμβρυϊκού DNA στο αίμα της εγκύου είναι αξιόπιστες όταν το εμβρυικό DNA είναι πάνω από 4% ενώ για κάποια μη επεμβατικά cfDNA τεστ απαιτείται παραπάνω για να είναι αξιόπιστα τα αποτελέσματά τους (Wright et al, 2015).

Επομένως, ο καθορισμός του ποσοστού του εμβρυϊκού DNA στο αίμα της εγκύου είναι μια σημαντική επιμέρους εξέταση κατά την διάρκεια της ανάλυσης του cfDNA τεστ. Μέχρι στιγμής τα περισσότερα cfDNA τεστ υπολογίζουν το ποσοστό του εμβρυϊκού DNA χρησιμοποιώντας:
1.       πολυμορφισμούς που προέρχονται από τον πατέρα
2.       το ποσοστό των μη φυσιολογικών χρωμοσωμάτων που προέρχονται από το έμβρυο
3.       δείκτες στο Υ χρωμόσωμα (εφόσον το έμβρυο είναι αγόρι)

Η Sequenom ανέπτυξε μια καινούρια μέθοδο για τον υπολογισμό του εμβρυϊκού DNA στο αίμα της εγκύου στηριζόμενη στα ακόλουθα χαρακτηριστικά που η ίδια εταιρεία ανακάλυψε με την πολύχρονη εμπειρία της στον χώρο:
1.       Η συμπεριφορά αλληλούχισης του εμβρυϊκού και του μητρικού cfDNA διαφέρει λίγο.
2.       Το μέγεθος των τμημάτων του εμβρυϊκού DNA είναι ~150bp (όσο η περιέλιξη γύρω από κάθε            νουκλεόσωμα μαζί με 20bp συνδετήριο DNA).
3.       To DNA στον πλακούντα είναι υπομεθυλιωμένο.
4.       Συγκεκριμένες περιοχές του εμβρυϊκού DNA εμφανίζονται σε μεγαλύτερο ποσοστό από άλλες σε      αντίθεση με την μέχρι τώρα πεποίθηση ότι όλες οι περιοχές του εμβρυϊκού DNΑ εκπροσωπούνται      εξίσου.

Η νέα μέθοδος μπορεί να εφαρμοστεί εξίσου καλά σε θηλυκά και αρσενικά έμβρυα και δεν απαιτεί την χρήση δείγματος του πατέρα.

Η κλινική σημασία της εφαρμογής αυτής της νέας μεθόδου είναι:
1.       Φυσιολογικά δείγματα με πολύ μεγάλο ποσοστό εμβρυϊκού DNA αλλά ελαφρά ανεβασμένο το z score* (που πιθανώς να οδηγούσε σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα) μπορούν πλέον να κατηγοριοποιηθούν σωστά.
2.   Σε δείγματα με χαμηλό ποσοστό εμβρυϊκού DNA μπορεί να γίνει ξανά αλληλούχιση και αποδικωποίηση του γενετικού υλικού αλλά σε μεγαλύτερο βάθος ανάλυσης.

Η νέα μέθοδος υπολογισμού της Sequenom δημοσιεύθηκε από τους Kim et al το 2015 στο επιστημονικό περιοδικό Prenatal Diasgnosis και είναι πλέον σε εφαρμογή στην ανάλυση όλων των δειγμάτων της.
*Το z-score αντιπροσωπεύει πόσο διαφέρει το ποσοστό των αλληλουχιών ενός συγκεκριμένου χρωμοσώματος πχ.21 στο εξεταζόμενο δείγμα από τα μέσα επίπεδα σε ένα δείγμα αναφοράς.
 1.       Kim SK, Hannum G, Geis J, Tynan J, Hogg G, Zhao C, Jensen TJ, Mazloom AR, Oeth P, Ehrich M, van den Boom D, Deciu C. Determination of fetal DNA fraction from the plasma of pregnant women using sequence read counts. Prenat Diagn. 2015 Aug;35(8):810-5. doi: 10.1002/pd.4615. Epub 2015 Jun 3.
2.       Wright D, Wright A, Nicolaides KH. A unified approach to risk assessment for fetal aneuploidies. Ultrasound Obstet Gynecol. 2015 Jan;45(1):48-54. doi: 10.1002/uog.14694. Epub 2014 Dec 1.

Τετάρτη 13 Απριλίου 2016

Η κλινική επίδοση του MaterniT21 PLUS στην ανίχνευση 8 μικροελλειπτικών συνδρόμων σε πάνω από 175.000 δείγματα!


Οι τρισωμίες 21, 18 και 13 μαζί με τις φυλετικές χρωμοσωμικές ανωμαλίες αποτελούν το 82% των καρυοτυπικών ανωμαλιών που παρατηρούνται σε δείγματα αμνιοπαρακέντησης.

Για την ανίχνευσή της Τρισωμίας 21 χρησιμοποιούνται οι βιοχημικοί δείκτες PAPP-A και β-hCG (με ευαισθησία 90% σε συνδυασμό με την αυχενική διαφάνεια) και μπορούν να ανιχνεύσουν με ακόμη μικρότερη ευαισθησία και τις Τρισωμίες 18 και 13.

Όλες οι άλλες χρωμοσωμικές ανωμαλίες και μικροελλείψεις (που αποτελούν το 18% των χρωμοσωμικών ανωμαλιών συνολικά) ενώ μεμονωμένα είναι ιδιαίτερα σπάνιες συλλογικά  μπορεί να εμφανιστούν στο 1.6% των εγκυμοσυνών, αλλά δυστυχώς δίνουν λίγες ή καθόλου ενδείξεις με τις συνήθεις ανιχνευτικές διαδικασίες.

Η προγεννητική διάγνωση των μικροελλειπτικών συνδρόμων είναι πολύ σημαντική για τους ακόλουθους λόγους:
Α) Οι γονείς παιδιών με μικροελλειπτικό σύνδρομο μπορεί να ταλαιπωρηθούν για αρκετό καιρό μέχρι να γίνει η ακριβής διάγνωση του συνδρόμου.
Β) Η έγκαιρη ιατρική παρέμβαση σε μερικές από αυτές τις καταστάσεις μπορεί να βελτιώσει αρκετά την υγεία και την ποιότητα ζωής των νοσούντων.

Στην πρώτη μεγάλη μελέτη της κλινικής επίδοσης του MaterniT21 PLUS cfDNA τεστ από τους Helgeson και συνεργάτες (2015), εξετάστηκαν 175.393 εγκυμονούσες εκ των οποίων 55 ήταν θετικές για κάποιο από τα 8 μικροελλειπτικά σύνδρομα που ανιχνεύει το τεστ.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, η ευαισθησία του τεστ για τα μικροελλειπτικά σύνδρομα ήταν 91.2% και η θετική προγνωστική του αξία ήταν 90.9%.

Αντίθετα τα ψευδώς θετικά αποτελέσματα ήταν μόλις 0.0029% επί του συνόλου των δειγμάτων.
Μάλιστα, σχετικά με το σύνδρομο DiGeorge, το οποίο είναι το πιο συχνό μικροελλειπτικό σύνδρομο (1/4000 γεννήσεις), το MaterniT21 PLUS είναι το ΜΟΝΟ cfDNA τεστ που ανιχνεύει ελλείψεις σε αυτή την περιοχή από 0.8 έως 3.6Μb  (άλλα τεστ ανιχνεύουν ελλείψεις πάνω από 3Μb), οι ερευνητές ανίχνευσαν 32 θετικά δείγματα τα οποία και επιβεβαιώθηκαν. Από τις 175.000 εγκυμοσύνες προέκυψαν μόνο 3 παιδιά με σύνδρομο DiGeorge που δεν ανιχνεύτηκαν προγεννητικά (οι ανωμαλίες που οδήγησαν σε αυτό το σύνδρομο ήταν της τάξεων των 2.2Μb και μικρότερες).

Επομένως, με μια απλή αιμοληψία μπορεί κάποιος να ανιχνεύσει μικροελλειπτικά σύνδρομα προγεννητικά μαζί με τις κοινές τρισωμίες, έγκαιρα και με αξιοπιστία που ξεπερνά το 90% (παρόμοιο με αυτό που μέχρι τώρα ανιχνεύει μόνο τις τρισωμίες 21, 18 και 13).

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Η γενετική βάση του συνδρόμου Turner (Τέρνερ)







Η γενετική βάση του συνδρόμου Turner (Τέρνερ)

Το σύνδρομο Turner αφορά αποκλειστικά κορίτσια και γυναίκες, με κυριότερο πρόβλημα το κοντό ανάστημα και την ανεπάρκεια ωοθηκών. Παρατηρείται περίπου σε 1 στις 2.000 γεννήσεις κοριτσιών και υπολογίζεται ότι ετησίως στη χώρα μας έχουμε περίπου 50 νέες περιπτώσεις ενώ αποτελεί το συχνότερο χρωμοσωμικό αίτιο αυτόματων αποβολών (περίπου 1 στις 15 αποβολές).

Ποια η κλινική εικόνα του συνδρόμου Turner;

·         Χαμηλό ανάστημα (95-100%)
·         Δυσγενεσία γονάδων (85%), αυτή οδηγεί σε:
  Στοιχειώδη γεννητική ράβδωση ωοθηκών (υπανάπτυκτες γεννητικές δομές)
Καθυστέρηση εφηβείας
  Διαταραχές περιόδου-υπογονιμότητα
  Αμηνόρροια ή η απουσία μιας εμμηνορροϊκής περιόδου
·         Συγγενείς ανωμαλίες εσωτερικών οργάνων
  Προβλήματα καρδιάς (17-45%) (πχ στένωση ισθμού αορτής)
  Πεταλοειδές νεφρό και διπλοί ουρητήρες (40%)
  Προβλήματα όρασης, (κερατοειδής χιτώνας), γλαύκωμα, κ.λπ.
  Μολύνσεις αυτιώνβαρηκοϊα ή και απώλεια ακοής (50-90%)
  Υπέρταση
·         Ανωμαλίες στην εμφάνιση
  Πλατύ λαιμό, αυχενικό πτερύγιο)
  Λευμφοίδημα (διόγκωση) των χεριών και των ποδιών
  Ευρύ στήθος (στήθος ασπίδων) με θηλές που απέχουν πολύ μεταξύ τους.
  Μικρή ανάπτυξη στήθους
  Χαμηλή γραμμή τριχοφυΐας
  Χαμηλά αυτιά
  Αυξανόμενο βάρος, Παχυσαρκία
  Μικρότερο τέταρτο μετακάρπιο (του χεριού)
  Μικρότερα νύχια, μαλακά νύχια
  Μικρογναθία
  Βλαισοί αγκώνες
  Χαμηλά βλέφαρα
  επιχρωματισμένες ελιές
·         Ψυχοκοινωνική Ανάπτυξη
      Συνήθως φυσιολογική ευφυΐα
πνευματική καθυστέρηση (10%)
 μαθησιακές δυσκολίες (70%)
 δυσκολία στην κοινωνική προσαρμογή (υπερκινητικότητα, δυακολία συγκέντρωσης,
ανωριμότητα)

Το προσδόκιµο επιβίωσης είναι ελαττωµένο, κυρίως λόγω της καρδιαγγειακής νόσου, του σακχαρώδη διαβήτη και των συγγενών ανωµαλιών.
Το σύνδρομο Τέρνερ εκδηλώνεται διαφορετικά και κανένα άτομο δεν εμφανίζει ακριβώς τα ίδια συμπτώματα με τα άλλα.
Από το σύνολο των ατόμων με σύνδρομο Turner, στο 1/3 γίνεται διάγνωση αμέσως μετά τη γέννηση, στο 1/3 κατά την παιδική ηλικία και στο 1/3 στην εφηβεία.



Τι προκαλεί το σύνδρομο Turner;

Κανονικά η γυναίκα έχει 2 χρωμοσώματα Χ, αλλά στο σύνδρομο Turner ένα από αυτά τα φυλετικά χρωμοσώματα ελλείπει ή έχει άλλες ανωμαλίες. Σε μερικές περιπτώσεις, το ελλείπον χρωμόσωμα είναι παρόν σε μερικά κύτταρα αλλά όχι σε άλλα, φαινόμενο για το οποίο χρησιμοποιείται ο όρος καλούμενος μωσαϊκισμός (mosaicism).

Δεν συσχετίζεται με την προχωρημένη ηλικία της μητέρας (όπως στο σύνδρομο Down) ούτε με την έκθεση του εμβρύου σε τοξικούς παράγοντες κατά την κύηση (φάρμακα, κάπνισμα, αλκοόλ κ.λπ.).
Προκαλείται από την ολική ή μερική απουσία τού ενός από τα δύο χρωμοσώματα Χ που είναι απαραίτητα για την ωρίμανση των γεννητικών κυττάρων και τη σωματική ανάπτυξη του θήλεος.

Η ολική απουσία του χρωμοσώματος Χ (~55% των περιπτώσεων) (μονοσωμία Χ) οφείλεται σε τυχαίο λάθος, κατά το διαχωρισμό των χρωμοσωμάτων του φύλου, που γίνεται είτε στο ωοκύτταρο (περιέχει χρωμοσώματα Χ και Χ) είτε στο σπερματοκύτταρο (χρωμοσώματα Χ και Υ). Έτσι, το ωάριο ή συνηθέστερα το σπερματοζωάριο (70-80%) που σχηματίζεται χωρίς χρωμόσωμα Χ οδηγεί στη σύλληψη θήλεος εμβρύου με ένα μόνο ακέραιο χρωμόσωμα Χ αντί δύο.

Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί το γονιμοποιημένο ωάριο να περιέχει δύο χρωμοσώματα Χ (ένα από κάθε γονέα), αλλά σε κάποια από τις μεταγενέστερες διαιρέσεις των κυττάρων του εμβρύου χάνεται το ένα χρωμόσωμα Χ. Το παιδί αυτό θα έχει μωσαϊκισμό, δηλαδή μείγμα κυττάρων φυσιολογικών (46,ΧΧ) και κυττάρων με μονοσωμία Χ (45,Χ0) (15-25% των περιτπώσεων). Όσο λιγότερα είναι τα μονοσωμικά Χ κύτταρα τόσο καλύτερη είναι η κλινική εικόνα.

Σύνδρομο Turner μπορεί να προκληθεί και όταν συμβαίνουν δομικές ανωμαλίες σε ένα από τα δύο χρωμοσώματα Χ όπως: διπλασιασμός του μακρού σκέλους του χρωμοσώματος Χ (ισοχρωμόσωμα Χ, [46,X,i(Xq)] σε 15% των περιπτώσεων, δακτυλιοειδές χρωμόσωμα Χ (ring) στο 7%, αναστροφές, απαλείψεις και διαμεταθέσεις στο 5-7%

Αυτό συμβαίνει διότι σε ορισμένα σημεία των χρωμοσωμάτων Χ εντοπίζονται γονίδια απαραίτητα σε διπλή δόση για τη φυσιολογική λειτουργία: το γονίδιο SHOX για την ανάπτυξη του σκελετού και του αναστήματος και τα γονίδια DIAPH2 και USP9X για την ανάπτυξη και λειτουργία των ωοθηκών. Ανάλογα με την περιοχή της δομικής βλάβης, στις περιπτώσεις συνδρόμου Turner με μερική μονοσωμία η κλινική εικόνα ποικίλλει.

Είναι κληρονομικό το σύνδρομο Turner;

Το σύνδρομο Turner δεν κληρονομείται από γονείς με φυσιολογικό καρυότυπο. Εμφανίζεται σε όλες τις φυλές και εθνικότητες, ακόμα και σε οικογένειες με πολλά φυσιολογικά παιδιά. Επομένως οι πιθανότητες να ξαναεμφανιστεί σύνδρομο Turner σε επόμενο παιδί της οικογένειας δεν είναι μεγαλύτερες από τις αναμενόμενες στο γενικό πληθυσμό (περίπου 1 στις 2.000).

Πώς μπορεί το σύνδρομο Turner να διαγνωσθεί πριν από τη γέννηση;

Ο απλός καρυότυπος αρκεί για να τεθεί η διάγνωση του συνδρόμου Turner. Συνήθως διαγιγνώσκεται τυχαία, όταν μητέρα προχωρημένης ηλικίας προβεί σε αμνιοπαρακέντηση ή λήψη τροφοβλάστης (CVS). Επίσης σε νεότερες εγκύους, όταν στο γενικό ανιχνευτικό έλεγχο διαπιστωθούν παθολογικές τιμές στους βιοχημικούς δείκτες ή στο υπερηχογράφημα. Το 15% των εμβρύων με σύνδρομο Turner εντοπίζονται τυχαία με το υπερηχογράφημα (αυξημένη αυχενική διαφάνεια, κυστικό ύγρωμα, ύδρωπας, λεμφοίδημα, καθυστέρηση ενδομήτριας ανάπτυξης, καρδιοπάθεια κ.ά.) Γενικότερα θεωρείται ότι η πρόγνωση είναι καλύτερη όταν η προγεννητική εντόπιση γίνεται μέσω του τυχαίου χρωμοσωμικού ελέγχου, σε σύγκριση με τον υπερηχογραφικό έλεγχο.

Τι πρέπει να ξέρουν οι γονείς που πληροφορούνται τη διάγνωση συνδρόμου Turner;

Οι  κλινικές εκδηλώσεις του συνδρόμου Turner ΔΕΝ γίνεται να προβλεφθούν με ακρίβεια πριν από την γέννηση με βάση τα ευρήματα του καρυοτύπου και του υπερηχογραφήματος. Το κοντό ανάστημα μπορεί να βελτιωθεί με τη χορήγηση αυξητικής ορμόνης, ενώ η αμηνόρροια και η καθυστέρηση της ενήβωσης με τη χορήγηση κατάλληλων ορμονικών σκευασμάτων. Ακόμη είναι πλέον δυνατό κάποιες γυναίκες με σύνδρομο Turner να γίνουν μητέρες φέροντας σε πέρας την κύηση με εξωσωματικές μεθόδους και χρησιμοποιώντας ωάριο δότριας. Αλλά σε κάθε περίπτωση αυτές οι κυήσεις είναι υψηλού κινδύνου για την υγεία του εμβρύου και της μητέρας και θέλουν στενή παρακολούθηση.


Αναφορά

Αστερούλα Καιμάρα-Παπαθανασίου: Σύνδρομο Turner: Κλινική Εικόνα και καρυοτυπικές παραλαγές

Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Οι χρονολογίες σταθμός στην ανάπτυξη του ελεύθερου εμβρυικού DNA ως τον κορυφαίο προγεννητικό δείκτη!








 Οι χρονολογίες σταθμός στην ανάπτυξη του ελεύθερου εμβρυϊκού DNA ως τον  κορυφαίο προγεννητικό δείκτη!



Το 1997 ο Dennis Lo ανακαλύπτει εμβρυϊκό DNA ​που κυκλοφορεί ​ελεύθερο ​στο αίμα των εγκύων. 

Το 2007 δημοσιεύεται στο περιοδικό Nature ​Μ​edicine η πρώτη μεγάλη έρευνα που χρησιμοποιεί το εμβρυϊκό DNA ως δείκτη για την ανίχνευση του συνδρόμου Down με ευαισθησία 90% και τεχνολογία της Sequenom (μέλη της ερευνητικής ομάδας είναι ο Dennis Lo, ο καθηγητής Κύπρος Νικολαΐδης και η επιστημονική μας υπεύθυνη Γεροβασίλη Αγγελική).

Το 2008 αναπτύσσεται η μέθοδος της μαζικής παράλληλης αλληλούχισης  (πρόκειται για μία μέθοδο όπου ταυτόχρονα μπορούν να αναλυθούν πολλά διαφορετικά τμήματα DNA) και ανοίγει ο δρόμος της περαιτέρω ανάπτυξης του εμβρυϊκ​ού​ DNA ως δείκτη προγεννητικού ελέγχου.

Το 2011 η Sequenom στο San Diego των ΗΠΑ ​διαθέτει εμπορικά το πρώτο μη επεμβατικό  προγεννητικό τεστ τo ΜaterniT21 ​που ανιχνεύει το σύνδρομο Down αναλύοντας το εμβρυϊκό DNA που κυκλοφορεί στο αίμα των εγκύων. 

Το 2012 το ΜaterniT21 επεκτείνεται και στην ανίχνευση των Τρισωμιων 18 και 13 και προσφέρεται και σε δίδυμες κυήσεις

Το 2013 με το cfDNA τεστ ανιχνεύονται επιπλέον οι φυλετικές χρωμοσωμικές ανωμαλίες και 5 μικροελλειπτικά σύνδρομα.  

Το 2014 προστίθενται άλλα 3 μικροελλειπτικά σύνδρομα.

Το 2015 η Sequenom συνεχίζει να πρωτοπορεί εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή για το μη επεμβατικό προγεννητικό έλεγχο με το MaterniT GENOME τεστ. Πρόκειται για το μοναδικό cfDNA τεστ που αναλύει ολόκληρο το DNA με το ίδιο βάθος ανάλυσης που έχει και ο καρυότυπος! 

Έχοντας πραγματοποίησε​ι πάνω από 500.000 cfDNA,  εκ των οπ​οίων πάνω από 300.000 έχουν αναλύσει ​και ​μικροελλειπτικά σύνδρομα ​και πάνω από 18.000 αφορούν πολύδυμες κυήσεις,

Η SEQUENOM αποτελεί την πρώτη επιλογή των εγκύων ανά τον κόσμο για τον μη επεμβατικό προγεννητικό έλεγχο των εμβρύων τους!

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

Οι πολύδυμες κυήσεις και η ιδιαιτερότητα τους στον προγεννητικό έλεγχο!



Με τον όρο πολύδυμη κύηση περιγράφεται η κυοφορία δύο ή περισσοτέρων εμβρύων. Μπορεί να προκύψει όταν ένα γονιμοποιημένο ωάριο διαιρείται (ομοζυγωτικά) ή όταν διαφορετικά ωάρια γονιμοποιούνται από διαφορετικά σπερματοζωάρια (ετεροζυγωτικά).

Ο ρυθμός εμφάνισης πολύδυμων κυήσεων έχει αυξηθεί την τελευταία 20ετία καθώς όλο και περισσότερα ζευγάρια καταφεύγουν σε μεθόδους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής για να τεκνοποιήσουν.

Στην Ελλάδα, γεννιούνται περίπου 4.000 παιδιά από εξωσωματική γονιμοποίηση. Από αυτά, το 26,5% είναι δίδυμα και το 2,9% είναι τρίδυμα. Μάλιστα από στοιχεία της Ελληνικής στατιστικής υπηρεσίας το 2006 καταγράφηκαν συνολικά περίπου 5000 πολύδυμες γεννήσεις, δηλαδή 4.6% επί του συνολικού αριθμού γεννήσεών. Ενώ στη δεκαετία του 1980 η συχνότητα εμφάνισης της δίδυμης κύησης ήταν 1/80 και της τρίδυμης 1/8.000 κυήσεις, τώρα οι δίδυμες είναι μέχρι και  1 στις 15!

Προγεννητικός έλεγχος δίδυμων κυήσεων

Οι πολύδυμες κυήσεις αποτελούν κυήσεις υψηλού κινδύνου καθώς παρατηρείται αυξημένος αριθμός μη φυσιολογικών εμβρύων σε σχέση με τις μονήρεις κυήσεις. Στις δίδυμες κυήσεις η ευαισθησία ανίχνευσης του συνδρόμου Down με το PAPP-A test (αυχενική διαφάνεια και βιοχημικοί δείκτες) αγγίζει το 93% με ψευδώς θετικά 5% (Kagan et al. Ultrasound Obstet Gynecol 2009).

Αν τα έμβρυα είναι διχοριακά υπολογίζεται ξεχωριστά η αυχενική διαφάνεια και δίνεται ξεχωριστό ρίσκο για τις κύριες τρισωμίες (Τ21,Τ18,Τ13). Αν τα έμβρυα είναι μονοχοριακά το ρίσκο προκύπτει από τη μέση τιμή των πιθανοτήτων των δύο εμβρύων.

Κατά τον προγεννητικό έλεγχο ο  κίνδυνος αποβολής μετά από επεμβατικό έλεγχο είναι μεγαλύτερος από τις μονήρεις κυήσεις (Royal College of Obstetricians and Gynaecologists: Green-Top Guideline No. 8. 2010). ( 3.2% και 2.9% μετά από CVS ή αμνιοκέντηση αντίστοιχα).

Ο κίνδυνος να χαθεί το ένα από τα δύο έμβρυα είναι 9.3% μετά από αμνιοπαρακέντηση (Tabor A et al., 2009 Ultrasound Obstet Gynecol). Μάλιστα οι γυναίκες που συνέλαβαν μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση είναι διστακτικές απέναντι στο CVS ή την αμνιοπαρακέντηση (Gil et al 2013, Fetal Diagn Ther).

Γενικά συστήνεται  η ανίχνευση για ανευπλοειδίες, ο επεμβατικός έλεγχος και η επιλεκτική μείωση να πραγματοποιούνται στο 1ο τρίμηνο. Και αυτό γιατί σε κυήσεις με ανευπλοειδικό το ένα έμβρυο και επιθυμία για επιλεκτική μείωσή του, ο κίνδυνος αποβολής ή πολύ πρόωρου τοκετού αυξάνει με την αύξηση της ηλικίας της κύησης κατά την μείωση. 

Ανίχνευση ανωμαλιών με 100% ασφάλεια και αξιοπιστία!

Στις μέρες μας πλέον είναι δυνατόν να αναλυθεί το εμβρυικό DNA των εμβρύων που κυκλοφορεί στο αίμα της μητέρας και να ανιχνευτούν με αξιοπιστία οι κύριες χρωμοσωμικές ανωμαλίες αλλά και μια σειρά από μικροελλειπτικά σύνδρομα που δεν ανιχνεύονται πάντα με την βοήθεια του υπέρηχου.

Το MaterniT21 PLUS είναι το μόνο μη επεμβατικό προγεννητικό τεστ στον κόσμο που ανιχνεύει 13 συνολικά σύνδρομα στις πολύδυμες  (δίδυμες και τρίδυμες) κυήσεις με την ίδια αξιοπιστία και εγκυρότητα όπως και στις μονήρεις.

  •        Down (τρισωμία 21),
  •             Edwards (τρισωμία 18),
  •             Patau (τρισωμία 13),
  •             DiGeorge,
  •             PraderWilli ή Angelman,
  •             Cri-du-Chat,
  •            1p36,
  •            Jacobsen,
  •             Wolf-Hirchorn,
  •             Langer-Gledion,
  •             Τρισωμία 22 και
  •             Τρισωμία 16
  •              καθώς και την ύπαρξη ή όχι του Υ χρωμοσώματος.

Το MaterniT21 PLUS μπορεί να διενεργηθεί σε εγκυμοσύνες που έχουν προέλθει από εξωσωματική γονιμοποίηση ακόμη και σε περιπτώσεις δωρεάς ωαρίου ή σπέρματος ή και μεταμόσχευσης μυελού των οστών.

Η κλινική του επίδοση δημοσιεύτηκε το 2014 από τους McCullough et al., (PLOS ONE) με τα ακόλουθα στοιχεία:
ü  3530 Δίδυμες κυήσεις
ü  1.3% ποσοστό αποτυχίας
ü  4.54  ημέρες για αποτέλεσμα



Πλέον έχουν πραγματοποιηθεί πάνω από 15.000 δίδυμες κυήσεις σε όλο τον κόσμο με το MaterniT21 PLUS!



Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

Το Papp-A test και τι παραπάνω προσφέρει το cfDNA τεστ







Το Papp-A test και τι παραπάνω 

προσφέρει το cfDNA τεστ


Η μέτρηση της αυχενικής Διαφάνειας, σε συνδυασμό με το PAPP-A τεστ (ΠΑΠ-Α τεστ), θεωρείται βασική εξέταση για όλες τις κυήσεις, για την ανίχνευση των συνηθέστερων χρωμοσωμικών ανωμαλιών, όπως το σύνδρομο Down ή οι τρισωμίες 18 και 13, χωρίς να θέτει σε κίνδυνο μητέρα και έμβρυο.

Η εξέταση διενεργείται από την 11η έως την 14η εβδομάδα της κύησης  όταν το έμβρυο έχει κεφαλοουριαίο μήκος (η απόσταση από το κεφάλι έως το ισχίο του) από 45mm έως 84mm.


Αυχενική διαφάνεια (nuchal translucency) είναι η υπερηχογραφική εμφάνιση υποδόριας συσσώρευσης υγρού πίσω από τον αυχένα του εμβρύου. Με τον έλεγχο της αυχενικής διαφάνειας (μέτρηση του υγρού στον αυχένα του εμβρύου) και του ρινικού οστού, εκτιμάται η πιθανότητα να πάσχει το έμβρυο από σύνδρομο Down ή τρισωμίες 18 και 13. Η εξέταση συμβάλλει, επίσης, στην αναγνώριση σπάνιων γενετικών συνδρόμων και συγγενών καρδιοπαθειών.



Με το PAPP-A τεστ, ελέγχουμε με μια απλή αιμοληψία από το χέρι της μητέρας δυο βιοχημικούς δείκτες, οι οποίοι παράγονται κατά την εγκυμοσύνη (τον πρώιμο πλακούντα):
·           την ελεύθερη β-χοριακή γοναδοτροπίνη (β-hCG) και
·           την συσχετιζόμενη με την κύηση άλφα πρωτεΐνη (PAPP-A).

Η εξέταση της αυχενικής διαφάνειας γίνεται πιο ευαίσθητη και μεγαλύτερης ακρίβειας όταν συνδυάζεται με το ΠΑΠ-Α τεστ ανιχνεύοντας το 86% των κυήσεων  με Σύνδρομο Down, με ψευδώς θετικά αποτελέσματα σε ποσοστό 5%  (Nicolaides, 2004).

Με την προσθήκη και άλλων υπερηχογραφικών δεικτών (απουσία/υποπλασία ρινικού οστού, Doppler στο φλεβώδη πόρο και στην τριγλώχινα βαλβίδα, εκτίμηση γωνίας άνω γνάθου και προσώπου) υποστηρίζεται ότι μπορούν να αναγνωρισθούν μέχρι και το 97% των κυήσεων με σύνδρομο Down (Falcon et al., 2006, Nicolaides, 2004).
H εκτίμηση του στατιστικού κινδύνου κυοφορίας εμβρύου με τρισωμία 21 ή τρισωμία 13/18 δίνεται από ειδικό λογισμικό πρόγραμμα του Fetal Medicine Foundation  με βάση τα αποτελέσματα των εργαστηριακών μετρήσεων και τα στοιχεία της ηλικίας της μητέρας και του εμβρύου.
Το όριο θετικότητας είναι το 1:300.  Φυσιολογικές τιμές των μεμονωμένων εργαστηριακών εξετάσεων δεν υφίστανται αλλά για την αξιολόγησή τους δίνονται οι τιμές των μετρήσεων και οι αντίστοιχες τιμές ΜοΜ (Multiple of Median- πολλαπλάσιο της διαμέσου).

·             Σε κυήσεις με τρισωμία 21 στις 12 εβδομάδες, η  συγκέντρωση στον ορό της μητέρας της ελεύθερης β-hCG είναι υψηλότερη (περίπου 2 MoM) από ότι σε φυσιολογικές κυήσεις, ενώ η PAPP-A είναι χαμηλότερη  (περίπου 0,5 ΜοΜ).
·      Σε κυήσεις με τρισωμίες 18 και 13 η συγκέντρωση των  β-hCG και PAPP-A είναι χαμηλότερη.
·        Στις φυλετικές χρωμοσωμικές ανωμαλίες η συγκέντρωση της β-hCG είναι φυσιολογική και της PAPP-A χαμηλότερη.
Τι παραπάνω προσφέρει το cfDNA τεστ?

Το cfDNA τεστ είναι πλέον αποδεκτό ότι αποτελεί το καλύτερο ανιχνευτικό τεστ για την τρισωμία 21 με ευαισθησία 99.2% και ψευδώς θετικά αποτελέσματα 0.09% χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την μητέρα και το έμβρυο. (Gil et al., 2015). Μπορεί μάλιστα να χρησιμοποιηθεί και για την ανίχνευση επιπλέον χρωμοσωμικών ανωμαλιών με αξιόλογα ποσοστά ευαισθησίας.

Βιβλιογραφία

  • Falcon O, Auer M, Gerovassili A, Spencer K, Nicolaides KH. Screening for trisomy 21 by fetal tricuspid regurgitation, nuchal translucency and maternal serum free beta-hCG and PAPP-A at 11 + 0 to 13 + 6 weeks. Ultrasound Obstet Gynecol. 2006; 27(2):151-5
  • Gil MM, Quezada MS, Revello R, Akolekar R, Nicolaides KH. Analysis of cell-free DNA in maternal blood in screening for fetal aneuploidies: updated meta-analysis. Ultrasound Obstet Gynecol. 2015 Mar;45(3):249-66. 
  • Nicolaides KH, The 11-13+6 weeks scan. The Fetal Medicine Foundation. 2004
  • Nicolaides KH. Nuchal translucency and other first-trimester sonographic markers of chromosomal abnormalities. Am J Obstet Gynecol. 2004;191(1):45-67